κοροναϊός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική ο κοροναϊός οι κοροναϊοί
γενική του κοροναϊού των κοροναϊών
αιτιατική τον κοροναϊό τους κοροναϊούς
κλητική κοροναϊέ κοροναϊοί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοροναϊός < κορόνα + ιός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική coronavirus)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔ.ɾɔ.na.i.ˈos/
συλλαβισμός: κο‐ρο‐να‐ϊ‐ός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοροναϊός αρσενικό

  • (βιολογία) άλλη μορφή του κορονοϊός
    Πρόκειται για ένα νέο στέλεχος κοροναϊού που διαφέρει από τον SARS-CoV, τον κοροναϊό που προκάλεσε την επιδημία SARS το 2003, αλλά και από τους υπόλοιπους κοροναϊούς που έχουν απομονωθεί μέχρι σήμερα από τον άνθρωπο. Ο νέος κοροναϊός (MERS-CoV) απομονώθηκε για πρώτη φορά από ασθενείς με σοβαρό οξύ αναπνευστικό σύνδρομο, στην Αραβική Χερσόνησο, το Σεπτέμβριο του 2012. (*)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]