κοροϊδεύτρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κοροϊδεύτρα οι κοροϊδεύτρες
      γενική της κοροϊδεύτρας των κοροϊδευτρών
    αιτιατική την κοροϊδεύτρα τις κοροϊδεύτρες
     κλητική κοροϊδεύτρα κοροϊδεύτρες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοροϊδεύτρα < κοροϊδευτής + κατάληξη θηλυκού -τρα < κοροϊδεύω + -τής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοροϊδεύτρα θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]