κορσές
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | κορσές | οι | κορσέδες |
| γενική | του | κορσέ | των | κορσέδων |
| αιτιατική | τον | κορσέ | τους | κορσέδες |
| κλητική | κορσέ | κορσέδες | ||
| Κατηγορία όπως «καφές» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κορσές < (άμεσο δάνειο) γαλλική corset + -ς [1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /koɾˈses/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κορ‐σές
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κορσές αρσενικό
- (ενδυμασία) ειδικό ελαστικό εσώρουχο που σφίγγει τη μέση ή την περιφέρεια
- ※ Πῶς εἶναι δυνατόν ν' ἀπαιτήση κανείς ἀπό τάς ράπτριας καί ἀπό τάς κυρίας νά μή ὁμιλοῦν - διότι ἐκεῖ θά ἐκαταντοῦσε τό πρᾶγμα, ἀφοῦ ὁ μεταβαπτισμός εἶναι ἀδύνατος - ἀπαγορεύων τήν χρῆσιν λέξεων καθώς χασές, μπατίστα, φούλαρο, τσίτι, νταντέλα, πικές, κορσές, ματινές, ζεφύρι, φραμπαλάς, μπολερό, ἀλπαγάς, σαντακρούτα, γιακᾶς, φιλντεκός, σιρίτι, ρεβεντούκι, περκάλι, τρικό, κασκορσέ, σουζούπ, πουανιέ, τρανσπαράν, σανζάν, ἀντρεντές, πανιέ, ἀγκράφα, κορσελέ, καλότα, ταφτάς, πονζέ, μπουφάν, ἐταμίν, καλότες (Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Ξενηλασία ἤ ἰσοτέλεια, κεφάλαιο: Ἠμποροῦν νά φύγουν αἱ ξέναι λέξεις;, εκδ. Π. Δ. Σακελλάριος, 1905, σελ. 45 )
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- μου έγινε στενός κορσές
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ κορσές - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καφές' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ς (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ενδυμασία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)