κορτσόπον
Εμφάνιση
Ποντιακά (pnt)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κορτσόπον < → δείτε τη λέξη κορίτς
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κορτσόπον ουδέτερο
Πηγές
[επεξεργασία](Χρειάζεται τεκμηρίωση…)
κορτσόπον ουδέτερο
(Χρειάζεται τεκμηρίωση…)