κορυφαία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

κορυφαία

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κορυφαία θηλυκό

  1. η επικεφαλής του χορού στο αρχαίο θέατρο
  2. η κεφαλαριά
  3. το τμήμα των μαλλιών που βρίσκεται στο πάνω μέρος του κεφαλιού

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

κορυφαία