κορυφαίος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κορυφαίος κορυφαία κορυφαίο
γενική κορυφαίου κορυφαίας κορυφαίου
αιτιατική κορυφαίο κορυφαία κορυφαίο
κλητική κορυφαίε κορυφαία κορυφαίο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κορυφαίοι κορυφαίες κορυφαία
γενική κορυφαίων κορυφαίων κορυφαίων
αιτιατική κορυφαίους κορυφαίες κορυφαία
κλητική κορυφαίοι κορυφαίες κορυφαία


Ετυμολογία [επεξεργασία]

κορυφαίος < κορυφ- (< κορυφή) + -αίος

Επίθετο[επεξεργασία]

κορυφαίος, -α, -ο

  1. αυτός που βρίσκεται στο ανώτερο σημείο μιας ιεραρχικής βαθμίδας ή αξιολογικής κλίμακας
    κορυφαία προσωπικότητα, κορυφαίος επιστήμων

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κορυφαίος αρσενικό, κορυφαία θηλυκό

  1. (στην αρχαία ελληνική τραγωδία) ο επικεφαλής, ο προεξάρχων του χορού που διευθύνει το χορό στο ρυθμό των ασμάτων και της όρχησης και συμμετέχει στα διαλογικά μέρη με τους υποκριτές ως εκπρόσωπος του χορού

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]