κορόιδο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κορόιδο κορόιδα
γενική κορόιδου κορόιδων
αιτιατική κορόιδο κορόιδα
κλητική κορόιδο κορόιδα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κορόιδο < (πιθανώς) μεσαιωνική ελληνική *κουρόγιδο < κουρά + γίδι[1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κορόιδο ουδέτερο

  1. χαρακτηρισμός για πρόσωπο που εξαπατήθηκε ή εξαπατάται εύκολα
    Πολλά κορόιδα την έπαθαν σαν κι εμένα. (Δημήτρης Ψαθάς, Η Θέμις έχει κέφια)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. Έτσι ονομάζονταν σκωπτικά στον Βυζαντινό στρατό ορισμένοι νεοσύλλεκτοι στρατιώτες, επειδή κουρεύονταν με το ψαλίδι κουράς γιδιών (Κ. Σάθας, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, τόμ. Β', σελ. μ', υποσημ. 2). Παράβαλε με σύγχρονες σκωπτικές εκφράσεις για τους νεοσύλλεκτους.