κορόιδο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κορόιδο κορόιδα
γενική κορόιδου κορόιδων
αιτιατική κορόιδο κορόιδα
κλητική κορόιδο κορόιδα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κορόιδο < πιθανώς εκ του κουρόγιδο. Έτσι ονομάζονταν σκωπτικά στον Βυζαντινό στρατό ορισμένοι νεοσύλλεκτοι στρατιώτες, επειδή κουρεύονταν με το ψαλίδι κουράς γιδιών (Κ. Σάθας, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, τόμ. Β', σελ. μ', υποσημ. 2). Παράβαλε με σύγχρονες σκωπτικές εκφράσεις για τους νεοσύλλεκτους.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κορόιδο ουδέτερο

  • χαρακτηρισμός για πρόσωπο που εξαπατήθηκε ή εξαπατάται εύκολα

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]