κορόνα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κορόνα κορόνες
γενική κορόνας κορονών
αιτιατική κορόνα κορόνες
κλητική κορόνα κορόνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κορόνα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κορόνα θηλυκό και κορώνα

  1. το στέμμα του βασιλιά
    φοράει χρυσή κορόνα
  2. το στεντόρειο και συγκριτικά υψίσυχνο αποκορύφωμα τραγουδιού
  3. νομισματική μονάδα διαφόρων χωρών
    πχ κορόνα Σουηδίας
  4. η μία όψη ενός νομίσματος που έχει την παράσταση ενός στέμματος ή άλλη παρόμοια
    παίζω κορόνα γράμματα
  5. θήκη για δόντι
    κορόνα δοντιού
  6. (κυπριακή διάλεκτος) διαφορικό αυτοκινήτου

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]