κορόνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κορόνα οι κορόνες
      γενική της κορόνας των κορονών
    αιτιατική την κορόνα τις κορόνες
     κλητική κορόνα κορόνες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κορόνα < μεσαιωνική ελληνική κορόνα < ιταλική corona < λατινική corona < αρχαία ελληνική κορώνη (αντιδάνειο) ((μουσική) (οικονομία) < ιταλική corona[1])

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κορόνα θηλυκό

  1. το στέμμα του βασιλιά
    φοράει χρυσή κορόνα
  2. (μουσική) το στεντόρειο και συγκριτικά υψίσυχνο αποκορύφωμα τραγουδιού
  3. νομισματική μονάδα διαφόρων χωρών
    πχ κορόνα Σουηδίας
  4. η μία όψη ενός νομίσματος που έχει την παράσταση ενός στέμματος ή άλλη παρόμοια
    παίζω κορόνα γράμματα
  5. θήκη για δόντι
    κορόνα δοντιού
  6. (κυπριακά) διαφορικό αυτοκινήτου

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

  • κορώνα (ετυμολογική γραφή όπως στα αρχαία ελληνικά, με ωμέγα)[2][3]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. κορόνα στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. λήμμα «κορώνα» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  3. λήμμα «κορώνα» - Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964). Μέγα λεξικόν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Αθήνα: Ελληνική Παιδεία.