κορύνη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κορύνη κορύνες
γενική κορύνης κορυνών
αιτιατική κορύνη κορύνες
κλητική κορύνη κορύνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κορύνη < αρχαία ελληνική κορύνη < κόρυς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κορύνη θηλυκό

  1. ρόπαλο σε σχήμα ατράκτου
  2. γυμναστικό όργανο, η κορύνα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κορύνη < πιθανόν από τη λέξη ἡ κόρυς (γενική τῆς κόρυθος), ὁ κόρυθος ('περικεφαλαία")

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κορύνη θηλυκό

  • πολεμικό ή κυνηγετικό ρόπαλο με μία πλευρά ενισχυμένη

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]