κοσμήτορας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοσμήτορας < αρχαία ελληνική κοσμήτωρ / κοσμητής < κοσμέω, -ῶ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοσμήτορας αρσενικό

  1. ο έφορος της τάξης σε διάφορες τελετές, ο επιμελητής
  2. ο πανεπιστημιακός καθηγητής που προΐσταται για ένα χρόνο μιας σχολής
    το Προεδρείο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το συγκροτούν ο πρόεδρος, 14 αντιπρόεδροι και 5 κοσμήτορες συμβουλευτικών καθηκόντων

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]