κοσμικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κοσμικός κοσμική κοσμικό
γενική κοσμικού κοσμικής κοσμικού
αιτιατική κοσμικό κοσμική κοσμικό
κλητική κοσμικέ κοσμική κοσμικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κοσμικοί κοσμικές κοσμικά
γενική κοσμικών κοσμικών κοσμικών
αιτιατική κοσμικούς κοσμικές κοσμικά
κλητική κοσμικοί κοσμικές κοσμικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοσμικός (συμπαντικός) < αρχαία ελληνική κοσμικός[1]
(μη θρησκευτικός) < μεσαιωνική ελληνική κοσμικός
{κοινωνικός) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική mondaine

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔ.zmiˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κοσμικός -ή -ό

  1. που αναφέρεται ή προέρχεται από τον κόσμο, το σύμπαν
    η κοσμική ακτινοβολία
  2. που αναφέρεται σε κοινωνικές εκδηλώσεις
    η γνωστή κοσμική κυρία έκανε την εμφάνισή της στη δεξίωση του εφοπλιστή
  3. που αναφέρεται στην κοινωνία και όχι στην εκκλησία ή τη θρησκεία
    το κοσμικό κράτος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. κοσμικός στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.