Μετάβαση στο περιεχόμενο

κοσμικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κοσμικός η κοσμική το κοσμικό
      γενική του κοσμικού της κοσμικής του κοσμικού
    αιτιατική τον κοσμικό την κοσμική το κοσμικό
     κλητική κοσμικέ κοσμική κοσμικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κοσμικοί οι κοσμικές τα κοσμικά
      γενική των κοσμικών των κοσμικών των κοσμικών
    αιτιατική τους κοσμικούς τις κοσμικές τα κοσμικά
     κλητική κοσμικοί κοσμικές κοσμικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κοσμικός (συμπαντικός) < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κοσμικός[1]
(μη θρησκευτικός) < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κοσμικός
(κοινωνικός) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική mondaine

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ko.zmiˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κοσμικός

Επίθετο

[επεξεργασία]

κοσμικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται ή προέρχεται από τον κόσμο, το σύμπαν
    παράδειγμα  η κοσμική ακτινοβολία
  2. που αναφέρεται σε κοινωνικές εκδηλώσεις
    παράδειγμα  η γνωστή κοσμική κυρία έκανε την εμφάνισή της στη δεξίωση του εφοπλιστή
      τα μοτίβα αυτά είναι κυρίαρχα: τα νέα ήθη, τα λούσα, οι διασκεδάσεις, η κοσμική ζωή, η μόδα, απειλούν και υπομονεύουν την οικογένεια αλλά και παραδοσιακούς θεσμούς και αξίες γενικότερες (Σάτιρα και πολιτική στη νεώτερη Ελλάδα: από τον Σολωμό ως τον Σεφέρη, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού & Γενικής Παιδείας, 1979, σελ. 95)
  3. που αναφέρεται στην κοινωνία και όχι στην εκκλησία ή τη θρησκεία
    παράδειγμα  το κοσμικό κράτος

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]