κοσμογυρισμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοσμογυρισμένος < κόσμος + γυρισμένος

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

κοσμογυρισμένος, -η, -ο

  1. που έχει ταξιδέψει σε πολλά μέρη του κόσμου


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]