κοσμοείδωλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοσμοείδωλο < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοσμοείδωλο ουδέτερο

Κοσμοείδωλο το (ουσιαστικό) [ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ :κόσμος - είδωλο] η εικόνα του φυσικού κόσμου που σχηματίζουμε με τη βοήθεια της φυσικής, των μαθηματικών και της λογικής.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]