κοσμοφθόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ κοσμοφθόρος τὸ κοσμοφθόρον οἱ, αἱ κοσμοφθόροι τὰ κοσμοφθόρα
Γενική τοῦ, τῆς κοσμοφθόρου τοῦ κοσμοφθόρου τῶν κοσμοφθόρων τῶν κοσμοφθόρων
Δοτική τῷ, τῇ κοσμοφθόρῳ τῷ κοσμοφθόρῳ τοῖς, ταῖς κοσμοφθόροις τοῖς κοσμοφθόροις
Αιτιατική τὸν, τὴν κοσμοφθόρον τὸ κοσμοφθόρον τοὺς, τὰς κοσμοφθόρους τὰ κοσμοφθόρα
Κλητική κοσμοφθόρε κοσμοφθόρον κοσμοφθόροι κοσμοφθόρα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική κοσμοφθόρω
Γενική-Δοτική κοσμοφθόροιν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοσμοφθόρος < κόσμος + φθείρω

Επίθετο[επεξεργασία]

κοσμοφθόρος, -ος, -ον

  1. αυτός που φθείρει, καταστρέφει τον κόσμο, την κοινωνία, την αρμονία