κοστουμαρισμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κοστουμαρισμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κοστουμαρίζομαι
Μετοχή
[επεξεργασία]κοστουμαρισμένος αρσενικό
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη κουστούμι
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κοστουμαρισμένος
|