κοτζάμπασης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κοτζάμπασης οι κοτζαμπάσηδες
      γενική του κοτζάμπαση των κοτζαμπάσηδων
    αιτιατική τον κοτζάμπαση τους κοτζαμπάσηδες
     κλητική κοτζάμπαση κοτζαμπάσηδες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοτζάμπασης < τουρκική kocabaşı

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοτζάμπασης αρσενικό

  1. δημογέροντας, πρόκριτος, προύχοντας των αυτοδιοικούμενων χριστιανικών κοινοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας

Μεταφράσεις[επεξεργασία]