κοτρόνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοτρόνι κοτρόνια
γενική κοτρονιού κοτρονιών
αιτιατική κοτρόνι κοτρόνια
κλητική κοτρόνι κοτρόνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοτρόνι < *κροτόνι < αρχαία ελληνική κροτέω / κροτῶ[1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοτρόνι ουδέτερο

  • πέτρα, συνήθως μετρίου ή μεγάλου μεγέθους

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Υποσημειώσεις[επεξεργασία]

  1. Παράβαλε με το κρόταφος ή κότραφος (ακμή ή στενή πλευρά πέτρινης στήλης) (Λεξικό Liddell & Scott, κρόταφος, IV.). Κατά άλλη εκδοχή < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *cotro, αφού παραλλαγές της λέξης συναντώνται και σε άλλα μέρη της Μεσογείου, όπως στην διάλεκτο της Καλαβρίας cotru, cotracu, crotacu κλπ με την έννοια "σκληρό χώμα, σκληρημένη λάσπη", στη γλώσσα της Κορσικής (codru), τη Βασκική (cotor), ίσως στη Βενετική (croda), τη Σικελίας (cutrognu) με την έννοια της πέτρας ή συναφείς. (Nicosia Salvatore, Etimologie neogreche, στο III Convegno Nazionale di studi Neogreci, Palermo, 1991, Quaderni dell' Istituto di Filologia Greca dell' Universita di Palermo, 21)