κοτόσουπα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοτόσουπα κοτόσουπες
γενική κοτόσουπας (κοτοσουπών)
αιτιατική κοτόσουπα κοτόσουπες
κλητική κοτόσουπα κοτόσουπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοτόσουπα < κότα + σούπα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοτόσουπα θηλυκό

  1. (γαστρονομία): σούπα που παρασκευάζεται από κότα ή ζωμό κότας, ή κοτόπουλο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]