κοτύλη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοτύλη < αρχαία ελληνική : κοτύλη

ομόρ. του λατιν. catinus , από την πρωτο-ινδοευρωπαϊκή kot- ( «κούφια κατοικία»)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοτύλη θηλυκό

μικρό αγγείο που χρησιμοποιούνταν ως μέτρο για τα υγρά χωρητικότητας 6 κυάθων

  • ανατομ. κοιλότητα της λεκάνης μέσα στην οποία εφαρμόζει το άκρο του μηριαίου οστού
  • αγγειοπλ. είδος μικρού αγγείου με δύο λαβές που ξεκινούν από τα χείλη και καταλήγουν στη βάση.
  • λατινικά: cotyla (la)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]