κοτύλη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | κοτύλη | οι | κοτύλες |
| γενική | της | κοτύλης | των | κοτυλών |
| αιτιατική | την | κοτύλη | τις | κοτύλες |
| κλητική | κοτύλη | κοτύλες | ||
| Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κοτύλη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κοτύλη
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κοτύλη θηλυκό
- (αρχαιολογία) μικρό αγγείο που χρησίμευε ως μονάδα μέτρησης υγρών, ισοδύναμη με έξι κυάθους
- (αρχαιολογία) αγγείο μικρών διαστάσεων με δύο κατακόρυφες λαβές από το χείλος έως τη βάση
- ※ Από τις αρχές ήδη του 7ου π.Χ. αιώνα η προτίμηση των Κορινθίων κεραμέων για αγγεία μικρού σχήματος, όπως αρυβάλλους, αλάβαστρα, σκύφους, κοτύλες οδήγησε στην «ανακάλυψη» της μελανόμορφης τεχνικής που ευνόησε ιδιαίτερα τις μικρογραφικές συνθέσεις τους.
- Μαρίνα Πλατή, Ελένη Μάρκου, Αρχαία Ελληνική Κεραμική - πληροφορίες, Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης
- ※ Από τις αρχές ήδη του 7ου π.Χ. αιώνα η προτίμηση των Κορινθίων κεραμέων για αγγεία μικρού σχήματος, όπως αρυβάλλους, αλάβαστρα, σκύφους, κοτύλες οδήγησε στην «ανακάλυψη» της μελανόμορφης τεχνικής που ευνόησε ιδιαίτερα τις μικρογραφικές συνθέσεις τους.
- (ανατομία) η βαθιά κοίλη επιφάνεια οστού, όπου προσαρμόζεται η κεφαλή του μηριαίου
- (μηχανολογία) κοίλη μεταλλική υποδοχή με οπή, μέσα στην οποία περιστρέφεται ο άξονας ή η στρόφιγγα
- (βοτανική) το πρώτο ή τα πρώτα φύλλα που εμφανίζονται στο έμβρυο των σπερματοφύτων
- (ζωολογία) κυπελλοειδής σχηματισμός που λειτουργεί ως μυζητήρας, δηλαδή βεντούζα πρόσφυσης σε κεφαλόποδα (π.χ. σε πλοκάμια χταποδιού ή καλαμαριού)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- κοτύλη - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- κοτύλη - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αρχαιολογία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ανατομία (νέα ελληνικά)
- Μηχανολογία (νέα ελληνικά)
- Βοτανική (νέα ελληνικά)
- Ζωολογία (νέα ελληνικά)
- Ζητούμενα λήμματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)