Μετάβαση στο περιεχόμενο

κοτύλη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κοτύλη οι κοτύλες
      γενική της κοτύλης των κοτυλών
    αιτιατική την κοτύλη τις κοτύλες
     κλητική κοτύλη κοτύλες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κοτύλη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κοτύλη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κοτύλη θηλυκό

  1. (αρχαιολογία) μικρό αγγείο που χρησίμευε ως μονάδα μέτρησης υγρών, ισοδύναμη με έξι κυάθους
  2. (αρχαιολογία) αγγείο μικρών διαστάσεων με δύο κατακόρυφες λαβές από το χείλος έως τη βάση
      Από τις αρχές ήδη του 7ου π.Χ. αιώνα η προτίμηση των Κορινθίων κεραμέων για αγγεία μικρού σχήματος, όπως αρυβάλλους, αλάβαστρα, σκύφους, κοτύλες οδήγησε στην «ανακάλυψη» της μελανόμορφης τεχνικής που ευνόησε ιδιαίτερα τις μικρογραφικές συνθέσεις τους.
    Μαρίνα Πλατή, Ελένη Μάρκου, Αρχαία Ελληνική Κεραμική - πληροφορίες, Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης
  3. (ανατομία) η βαθιά κοίλη επιφάνεια οστού, όπου προσαρμόζεται η κεφαλή του μηριαίου
  4. (μηχανολογία) κοίλη μεταλλική υποδοχή με οπή, μέσα στην οποία περιστρέφεται ο άξονας ή η στρόφιγγα
  5. (βοτανική) το πρώτο ή τα πρώτα φύλλα που εμφανίζονται στο έμβρυο των σπερματοφύτων
     συνώνυμα: κοτυληδόνα
  6. (ζωολογία) κυπελλοειδής σχηματισμός που λειτουργεί ως μυζητήρας, δηλαδή βεντούζα πρόσφυσης σε κεφαλόποδα (π.χ. σε πλοκάμια χταποδιού ή καλαμαριού)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

ζητούμενο λήμμα