κουίντα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κουίντα οι κουίντες
      γενική της κουίντας των κουιντών
    αιτιατική την κουίντα τις κουίντες
     κλητική κουίντα κουίντες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουίντα < (άμεσο δάνειο) ιταλική quinta, θηλυκό του quinto < λατινική quintus < quinque < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *pénkʷe

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουίντα θηλυκό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]