Μετάβαση στο περιεχόμενο

κουβάλησα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

κουβάλησα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουβαλώ