κουβέρτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κουβέρτα οι κουβέρτες
      γενική της κουβέρτας των κουβερτών
    αιτιατική την κουβέρτα τις κουβέρτες
     κλητική κουβέρτα κουβέρτες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουβέρτα < βενετική coverta / ιταλική coperta < coprto < λατινική coopertus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος cooperio < con- + operio < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁epi (ἐπί) + *h₂wer (καλύπτω)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ku.ˈvɛɾ.ta/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουβέρτα θηλυκό

  1. ύφασμα, μάλλινο ή βαμβακερό, που χρησιμοποιείται πάνω από τα σεντόνια του κρεβατιού για να προστατεύει από το κρύο
     συνώνυμα: κλινοσκέπασμα, λώδικα/λώδιξ
  2. (ναυτικός όρος) κατάστρωμα ενός πλοίου
  3. (μεταφορικά) πρόσχημα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]