κουβερτούρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουβερτούρα κουβερτούρες
γενική κουβερτούρας
αιτιατική κουβερτούρα κουβερτούρες
κλητική κουβερτούρα κουβερτούρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουβερτούρα < από το γαλλικό couverture

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουβερτούρα θηλυκό

  1. στη ζαχαροπλαστική, κάτι που καλύπτει ένα γλύκισμα ή παγωτό
    η κουβερτούρα του γλυκού
  2. το εξωτερικό μέρος ενός βιβλίου, από χαρτόνι ή σκληρό χαρτί
    η κουβερτούρα του βιβλίου είναι πολύ όμορφη

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]