κουζινιέρης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κουζινιέρης ουδέτερο (θηλυκό κουζινιέρα)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κουζινιέρης
|