Μετάβαση στο περιεχόμενο

κουκουβίζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κουκουβίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουκουβίζω

κουκουβίζω

  1. (για πτηνά) κουρνιάζω, φωλιάζω
  2. (προφορικό, για πρόσωπα) κάθομαι οκλαδόν
      19ος/20ός αιώνας, Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια , Θ΄ στίχ. 3 (1-3) αρχική έκδοση: 1938
    Νύχτα μου, τὸ ἀστροπασουμάκι σου χρουσὸ μαργέλι θέλει,
    θέλει μικρὴ κοπέλα ἀπάρθενη μὲ τὰ λιγνὰ δαχτύλια,
    νὰ κουκουβίσει ἀπὰ στὰ χώματα, νὰ τὸ περιξομπλιάσει.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κουκουβίζω < (ηχομιμητική λέξη) κούκου ή κουκούβα + -ίζω

κουκουβίζω (όψιμη μεσαιωνική ή πρώιμη νεοελληνική)

  • (για πουλιά) κουρνιάζω
      16ος/17ος αιώνας Βιτσέντζος Κορνάρος, Ερωτόκριτος, Δ' στίχ. 1830 (1825-1830) σελ. 284 Νικόλαος Γλυκύς, Εν Βενετία: Παρά Νικολάω Γλυκεί τω εξ Ιωαννίνων, 1813 / σελ. 237, Εν Βενετία: Εκ του τυπογραφείου του Αγίου Γεωργίου, 1860.
    Σὰν περιστέραις ὅντε δοῦν τὴν θάλασσʼ ἀγριεμένην,
    Καὶ τὴν Ἀνατολὴν θαμπήν, τὴν Δύσιν γροινιασμένην.
    Καὶ κάμῃ ἀντάρα καὶ βροχή, κιʼ ὁ Οὐρανὸς μαυρίσῃ,
    Κιʼ ἀπὸ φωλιαῖς, καὶ κοίταις τως ἄνεμος τζῆ ξορίσῃ.
    Καὶ τὰ στοιχειὰ ἀνακατωθοῦν, καὶ τʼ ἀστρικὰ μανίσουν,
    Κʼ ἐκεῖ ὁποῦ πᾶν νὰ φυλαχθοῦν, τρέμουν καὶ κουκουβίσουν. []

Ρηματικοί τύποι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]