κουκούτσι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουκούτσι κουκούτσια
γενική κουκουτσιού κουκουτσιών
αιτιατική κουκούτσι κουκούτσια
κλητική κουκούτσι κουκούτσια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουκούτσι < μεσαιωνική ελληνική κουκούτσιν < ιταλική cucuzza (κολοκύθι) (από τους σπόρους της κολοκυθιάς)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουκούτσι ουδέτερο

  1. ονομασία του σπέρματος μαζί με το περίβλημά του, για σπόρους που βρίσκονται μέσα σε σαρκώδη καρπό φρούτου ή λαχανικού

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • μυαλό κουκούτσι
  • (καΐσι βερίκοκο) και το κουκούτσι αμύγδαλο:
    για να δηλώσουμε πως όλα μπορούν να αξιοποιηθούν
    (ειδικότερα) όταν θέλουμε να δηλώσουμε για κάποιον ότι δεν πετάει τίποτε

για να δηλώσουμε ότι κάτι είναι νόστιμο (ή αξιόλογο) μέχρι και την τελευταία του λεπτομέρεια .π.χ μια ωραία κοπέλλα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]