κουλουριασμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κουλουριασμένος κουλουριασμένη κουλουριασμένο
γενική κουλουριασμένου κουλουριασμένης κουλουριασμένου
αιτιατική κουλουριασμένο κουλουριασμένη κουλουριασμένο
κλητική κουλουριασμένε κουλουριασμένη κουλουριασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κουλουριασμένοι κουλουριασμένες κουλουριασμένα
γενική κουλουριασμένων κουλουριασμένων κουλουριασμένων
αιτιατική κουλουριασμένους κουλουριασμένες κουλουριασμένα
κλητική κουλουριασμένοι κουλουριασμένες κουλουριασμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουλουριασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κουλουριάζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

κουλουριασμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: κουλουριάζω
  2. που καμπουριάζει ή που σκύβει και μοιάζει σα να τυλίγεται γύρω από τον εαυτό του


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]