κουμπί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κουμπί τα κουμπιά
      γενική του κουμπιού των κουμπιών
    αιτιατική το κουμπί τα κουμπιά
     κλητική κουμπί κουμπιά
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουμπί < μεσαιωνική ελληνική κομβίον < υποκοριστικό του κόμβος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ku.ˈmbi/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουμπιά (1) σε διάφορα χρώματα, σχήματα και μεγέθη

κουμπί ουδέτερο

  1. μικρό εξάρτημα της ενδυμασίας που είναι ραμμένο μόνιμα στο ρούχο. Κατασκευάζεται από διάφορα υλικά, έχει ποικίλα σχήματα και χρησιμεύει είτε για να ανοίγει και να κλείνει ένα άνοιγμα του ρούχου εφαρμόζοντας στην κουμπότρυπα είτε απλά για διακοσμητικούς λόγους
  2. (μικρό, εξωτερικό) εξάρτημα ενός μηχανισμού που διαθέτει μηχανισμό επαναφοράς και όταν πιέζεται υποχωρεί κάθετα ως προς την επιφάνεια επαφής και προκαλεί την έναρξη ή τον τερματισμό μιας λειτουργίας
    Συνώνυμα: μπουτόν, πλήκτρο
  3. (μεταφορικά) το ευαίσθητο σημείο του χαρακτήρα ή της προσωπικότητας κάποιου

Σύνθετα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • τα κουμπιά της Αλέξαινας : πολύ μπερδεμένη κατάσταση

Μεταφράσεις[επεξεργασία]