κουνελάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουνελάκι κουνελάκια
γενική
αιτιατική κουνελάκι κουνελάκια
κλητική κουνελάκι κουνελάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουνελάκι < κουνέλι + κατάληξη υποκοριστικού -άκι < μεσαιωνική ελληνική κουνέλι < ιταλική coniglio < λατινική cuniculus

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουνελάκι ουδέτερο

  1. υποκοριστικό του κουνέλι
    Αχ κουνελάκι, κουνελάκι, ξύλο που θα το φας, / μέσα στο ξένο περιβολάκι τρύπες γιατί τρυπάς; (Παιδικό τραγουδάκι)
  2. (μεταφορικά) γυναίκα με προκλητική αμφίεση που εργάζεται ως μοντέλο ή σε κέντρα διασκέδασης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]