κουνουπιέρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κουνουπιέρα οι κουνουπιέρες
      γενική της κουνουπιέρας
    αιτιατική την κουνουπιέρα τις κουνουπιέρες
     κλητική κουνουπιέρα κουνουπιέρες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουνουπιέρα (1) που κρέμεται από το ταβάνι
κουνουπιέρα < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουνουπιέρα θηλυκό

  • κατασκευή από διαφανές υλικό με διχτυωτή πλέξη, συνήθως τούλι, που προστατεύει κάποιον χώρο από την είσοδο ιπτάμενων εντόμων

Μεταφράσεις[επεξεργασία]