κουπέπι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουπέπι κουπέπια
γενική κουπεπιού κουπεπιών
αιτιατική κουπέπι κουπέπια
κλητική κουπέπι κουπέπια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουπέπι < αραβική كبابة‎ (kabāba)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουπέπι ουδέτερο

  • (ιδιωματικό) (γαστρονομία) (συνήθως στον πληθυντικό: κουπέπια) ντολμάς (κυπριακή διάλεκτος)
    Στρώνουμε λίγα κληματόφυλλα στον πάτο της κατσαρόλας για να μην κολλήσουν τα κουπέπια κατά το μαγείρεμα και τα βάζουμε κυκλικά σε σειρές μέσα στην κατσαρόλα, με την ένωση του τυλίγματος προς τα κάτω ώστε να μην ανοίξουν. Προσθέτουμε τον πολτό ντομάτας και νερό τόσο, ώστε να τα καλύπτει. (*)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]