κουράζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουράζω < μεσαιωνική ελληνική κουράζω < κουρά -κούρεμα (πήρε γρήγορα τη σημερινή σχετικά δυσάρεστη έννοια επειδή συνδέθηκε στο Βυζάντιο με το κούρεμα των μοιχαλίδων, των μοναχών και των κατάδικων αλλά και υπό την επίδραση ίσως του αρχαίου κείρω)

Ρήμα[επεξεργασία]

κουράζω

με κούρασε το σκάψιμο όλη μέρα
με κουράζει αυτός ο άνθρωπος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • (αργκό) Μην το κουράζεις άλλο: Μην ασχολείσαι άλλο με αυτό το ζήτημα.

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουράζω < αρχαία ελληνική κουρά + -άζω

Ρήμα[επεξεργασία]

κουράζω

  1. τιμωρώ κάποιον κουρεύοντάς τον
  2. τιμωρώ γενικά
    δέ τό εὑρῆκε ἀπό ἀνθρώπους, ο Θεός νά τόν κουράσει!
  3. κουράζω, ταλαιπωρώ
  4. κάνω κάποιον καλόγερο
    Τόν ἐκούρασαν μοναχόν (και λόγια ἐκάρη μοναχός (αόριστος τους κείρω -κόβω μαλλιά και απογυμνώνω, καταστρέφω)