Μετάβαση στο περιεχόμενο

κουρίτα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Κουρίτα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κουρίτα οι κουρίτες
      γενική της κουρίτας των κουριτών
    αιτιατική την κουρίτα τις κουρίτες
     κλητική κουρίτα κουρίτες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κουρίτα < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kuˈɾi.ta/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κουρίτα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κουρίτα θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]