κουραδάρης
Εμφάνιση
Κρητικά (el-crt)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κουραδάρης αρσενικό
- (επάγγελμα) κτηνοτρόφος, βοσκός αιγοπροβάτων
- ※ Κρητική μαντινάδα @kanellatou.gr
- Μ' εκείνο των οζώ τ' οζό, 'που διάλεξες να πάρεις,
με το καλό και το ταχιά, βοσκός και κουραδάρης,
- Μ' εκείνο των οζώ τ' οζό, 'που διάλεξες να πάρεις,
- ※ Κρητική μαντινάδα
- Δε φταις εσύ που πίστεψες πως ήσουν κατεχάρης.
Μα θέλει κόπο η βοσκική να γίνεις κουραδάρης.
- Δε φταις εσύ που πίστεψες πως ήσουν κατεχάρης.
- ※ Κρητική μαντινάδα @kanellatou.gr
Πηγές
[επεξεργασία]- Μιχάλης Κασσωτάκης, Το γλωσσικό ιδίωμα των κατοίκων του οροπεδίου Λασιθίου, Αθήνα, Έκδοση του Συνδέσμου Λασιθιωτών Ηρακλείου «ΤΟ ΟΡΟΠΕΔΙΟ», (αρχική έκδοση 2018), 2021 pdf σελ.409