Μετάβαση στο περιεχόμενο

κουραδάρης

Από Βικιλεξικό

Κρητικά (el-crt)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κουραδάρης < κουράδ(ι) + -άρης

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κουραδάρης αρσενικό

  • Μιχάλης Κασσωτάκης, Το γλωσσικό ιδίωμα των κατοίκων του οροπεδίου Λασιθίου, Αθήνα, Έκδοση του Συνδέσμου Λασιθιωτών Ηρακλείου «ΤΟ ΟΡΟΠΕΔΙΟ», (αρχική έκδοση 2018), 2021 pdf σελ.409