κουραδόμαγκας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουραδόμαγκας κουραδόμαγκες
γενική κουραδόμαγκα κουραδόμαγκων
αιτιατική κουραδόμαγκα κουραδόμαγκες
κλητική κουραδόμαγκα κουραδόμαγκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουραδόμαγκας < κουράδα + μάγκας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουραδόμαγκας αρσενικό

  1. (υβριστικό) ο ψευτόμαγκας, ο θρασύδειλος

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

  1. ψευτοπαλικαράς ή ψευτοπαλληκαράς
  2. ψευτονταής

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]