κουρασμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κουρασμένος κουρασμένη κουρασμένο
γενική κουρασμένου κουρασμένης κουρασμένου
αιτιατική κουρασμένο κουρασμένη κουρασμένο
κλητική κουρασμένε κουρασμένη κουρασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κουρασμένοι κουρασμένες κουρασμένα
γενική κουρασμένων κουρασμένων κουρασμένων
αιτιατική κουρασμένους κουρασμένες κουρασμένα
κλητική κουρασμένοι κουρασμένες κουρασμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουρασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κουράζομαι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ku.ɾa.ˈzmε.nɔs/

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

κουρασμένος, -η, -ο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]