κουρδικά (σοράνι)

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουρδικά (σοράνι) < κουρδικός σοράνι, στον πληθυντικό του ουδέτερου

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουρδικά (σοράνι) ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]