κουρελιασμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κουρελιασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου κουρελιάζω
Μετοχή
[επεξεργασία]κουρελιασμένος, -η, -ο
- που έχει κουρελιαστεί
- ※ Από μέσα οι Γύφτοι έχουν κολλήσει στους τοίχους τα σανιδένια χάρβαλά τους, που τα στολίζουν τενεκέδες. Έβλεπα κάτι στενές αυλές, βρώμικες, και ήταν μέσα στιβαγμένες γύφτισσες μισόγυμνες, και γυφτόπουλα κουρελιασμένα. (Ίων Δραγούμης, Στην Πόλη, 1904)
- (μεταφορικά) που έχει εξευτελιστεί
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κουρελιασμένος
|
|