κουρνιαχτός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουρνιαχτός κουρνιαχτοί
γενική κουρνιαχτού κουρνιαχτών
αιτιατική κουρνιαχτό κουρνιαχτούς
κλητική κουρνιαχτέ κουρνιαχτοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουρνιαχτός < μεσαιωνική ελληνική κουρνιαχτός < κορνιαχτός < κορνιοκτός < αρχαία ελληνική κονιορτός < κόνις (δεν υπάρχει ετυμολογική σχέση με το κουρνιάζω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουρνιαχτός αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]