κουροπαλάτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουροπαλάτης κουροπαλάτες
γενική κουροπαλάτη κουροπαλατών
αιτιατική κουροπαλάτη κουροπαλάτες
κλητική κουροπαλάτη κουροπαλάτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουροπαλάτης < μεσαιωνική ελληνική κουροπαλάτης < λατινική cura (επιμέλεια, φροντίδα) palatii (γενική ενικού της λέξης palatium: παλάτι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουροπαλάτης αρσενικό

  • από τον 6ο μέχρι τον 11ο αιώνα ο βασικός διαχειριστής στην αυτοκρατορική αυλή του Βυζαντίου και τιμητικός τίτλος που απονεμόταν σε συγγενείς του αυτοκράτορα και σε σημαντικούς ξένους συμμάχους, μετά σε στρατηγούς, ώσπου έχασε το κύρος του και αντικαταστάθηκε τον 11ο αιώνα από τον τίτλο «πρωτοκουροπαλάτης»

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]