κουρούμπελο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κουρούμπελο < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κουρούμπελο ουδέτερο
- μεθυσμένος, τύφλα στο μεθύσι
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- έγινε κουρούμπελο