Μετάβαση στο περιεχόμενο

κουρτέλα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Κουρτέλα, Κουρτέλας

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
κουρτέλα < (άμεσο δάνειο) βενετική cortela

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κουρτέλα θηλυκό (και σήμερα σε χρήση ως ιδιωματικό)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
κουρτέλα < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κουρτέλα θηλυκό