Μετάβαση στο περιεχόμενο

κουρτέσικα

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κουρτέσικα < κουρτέσικ(ος) +

Επίρρημα

[επεξεργασία]

κουρτέσικα

  1. ευγενικά, με ευγενικό τρόπο
      15ος αιώνας Λεόντιος Μαχαιράς, Εξήγησις της γλυκείας χώρας Κύπρου, η ποία λέγεται Κρόνικα, τουτέστιν Χρονικόν, Σάθας, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, Τόμος 2 σελ.180@books.google
    Ὁ καβαλλάρης ἔστρεψεν τὸν ἀντίλογον πολλὰ κουρτέσικα εἰς τὸν ρῆγα ὅσον ἠμπόρησεν.
      15ος αιώνας Λεόντιος Μαχαιράς, Εξήγησις της γλυκείας χώρας Κύπρου, η ποία λέγεται Κρόνικα, τουτέστιν Χρονικόν, Σάθας, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, Τόμος 2 σελ.332@books.google
    Ὁ κοντοσταύλης θωρῶντα διὰ πάντα πῶς ἦτον εἰς τὰς χεῖράς τους, ἀπολογήθην πολλὰ ταπεινὰ καὶ κουρτέσικα καὶ εἶπέν τους – ὁ θεὸς τὸ γινώσκει, εὑρίσκομαι εἰς μεγάλην πεθυμίαν νὰ τὸ τελειώσω, ἀμμὲ ἡ μονογενή μου κόρη ἀστένησεν πολλὰ καὶ δὲν τολμῶ νὰ τὴν σκαλέψω, μηδὲν πεθάνῃ, καὶ στέκομαι ὅσον νὰ καλλιτερίσῃ νὰ μισεύσωμεν·
  2. γενναιόδωρα
      15ος αιώνας Λεόντιος Μαχαιράς, Εξήγησις της γλυκείας χώρας Κύπρου, η ποία λέγεται Κρόνικα, τουτέστιν Χρονικόν, Σάθας, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, Τόμος 2 σελ.178@books.google
    Καὶ ὁ ἀφέντης ὁ κούντης ἐμήνυσεν τοῦ Τζάκου τὲ Ζιπλὲτ νὰ τοῦ τὰ πέψῃ καὶ νὰ τὸν πλερώσῃ κουρτέσικα.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]