Μετάβαση στο περιεχόμενο

κουρτσουβράκα

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κουρτσουβράκα < (άμεσο δάνειο) ιταλική curta braca

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κουρτσουβράκα θηλυκό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]