κουσούρι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | κουσούρι | τα | κουσούρια |
| γενική | του | κουσουριού | των | κουσουριών |
| αιτιατική | το | κουσούρι | τα | κουσούρια |
| κλητική | κουσούρι | κουσούρια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κουσούρι ουδέτερο
- ελάττωμα
- ※ Στο διάστημα που ήμουν ερωτευμένος με τον μαρξισμό, ή παρέβλεπα ή υποβάθμιζα ή εκλογίκευα τα κουσούρια του, όπως κάνει ο κάθε ερωτευμένος άνθρωπος με τα κουσούρια της καλής ή του καλού του – συχνά δε, προς γενική απορία των φίλων του, τα βρίσκει και εξόχως χαριτωμένα. (Απόστολος Δοξιάδης, Ερασιτέχνης επαναστάτης. Προσωπική μυθιστορία, εκδ. Ίκαρος, 2018)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ι (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αραβικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)