κουσούρι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουσούρι κουσούρια
γενική κουσουριού κουσουριών
αιτιατική κουσούρι κουσούρια
κλητική κουσούρι κουσούρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουσούρι < τουρκική (kusur) < αραβική كسور (küsûr).

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουσούρι ουδέτερο

  1. ελάττωμα του χαρακτήρα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]