κουστουμαρισμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κουστουμαρισμένος < → λείπει η ετυμολογία
Μετοχή
[επεξεργασία]κουστουμαρισμένος, -η, -ο
- που είναι ντυμένος με κουστούμι και γραβάτα και είναι γενικότερα επιμελημένος
- ※ «Γιάννη, Αδερφέ μου, Φιλάρα!» τον αγκάλιασε πασίχαρος με τα δρακόντεια χέρια του ο κουστουμαρισμένος κι απόλυτα αυτάρκης τώρα πια Πανάρετος. (Αλέξης Πάρνης, Ο άλλος Εμφύλιος, 2014 )
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κουστουμαρισμένος