κουτάκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κουτάκι τα κουτάκια
      γενική
    αιτιατική το κουτάκι τα κουτάκια
     κλητική κουτάκι κουτάκια
Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουτάκι < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουτάκι ουδέτερο

  1. μικρό κουτί
  2. διακοσμητικό κουτάκι (κάποιες φορές μη λειτουργικό/χρηστικό)
  3. αναψυκτικού (συνήθως αλουμινίου)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]