κουταλιά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουταλιά κουταλιές
γενική κουταλιάς κουταλιών
αιτιατική κουταλιά κουταλιές
κλητική κουταλιά κουταλιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουταλιά < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουταλιά θηλυκό

  1. Η ποσότητα του φαγητού που μπορεί κανείς να "μαζέψει" με ένα κουτάλι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]