κουταμάρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουταμάρα κουταμάρες
γενική κουταμάρας
αιτιατική κουταμάρα κουταμάρες
κλητική κουταμάρα κουταμάρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουταμάρα < κουτός + επίθημα -αμάρα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ku.ta.ˈma.ɾa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουταμάρα θηλυκό

οι πράξεις του δηλώνουν κουταμάρα.
  • λόγος ή πράξη χωρίς νόημα, χωρίς λογική ή χωρίς να προηγηθεί ιδιαίτερη σκέψη
μη λες κουταμάρες!
υι κουταμάρα ήταν αυτή που πήγες κι έκανες;

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]