κουτοπόνηρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κουτοπόνηρος κουτοπόνηρη κουτοπόνηρο
γενική κουτοπόνηρου κουτοπόνηρης κουτοπόνηρου
αιτιατική κουτοπόνηρο κουτοπόνηρη κουτοπόνηρο
κλητική κουτοπόνηρε κουτοπόνηρη κουτοπόνηρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κουτοπόνηροι κουτοπόνηρες κουτοπόνηρα
γενική κουτοπόνηρων κουτοπόνηρων κουτοπόνηρων
αιτιατική κουτοπόνηρους κουτοπόνηρες κουτοπόνηρα
κλητική κουτοπόνηροι κουτοπόνηρες κουτοπόνηρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουτοπόνηρος < κουτός + πονηρός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ku.tɔ.ˈpɔ.ni.ɾɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ku.tɔ.ˈpɔ.ni.ɾi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ku.tɔ.ˈpɔ.ni.ɾɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κουτοπόνηρος, -η, -ο

  • που νομίζει ότι είναι ή θέλει να φαίνεται ότι είναι πονηρός, ενώ στην πραγματικότητα είναι κουτός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]